οἰόβατος

οἰόβατος
οἰό-βᾰτος, ον, ([etym.] οἶος)
A lonesome,

ὕλη APl.4.231

(Anyt.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • οιόβατος — οἰόβατος, ον (Α) αυτός που πορεύεται μόνος, μονήρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶος (Ι) «μόνος» + βατός (< βαίνω), πρβλ. ευρύ βατος] …   Dictionary of Greek

  • οἰόβατον — οἰόβατος lonesome masc/fem acc sg οἰόβατος lonesome neut nom/voc/acc sg οἰοβατος lonesome masc/fem acc sg οἰοβατος lonesome neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”